«Ποιος δεν τα ξέρει… ποιος δεν τα αγαπά… τα αθώα ψεμματάκια  την Πρωταπριλιά! Μα το αθώο, το μικράκι, το μη σοβαρό, μπορεί νά ‘χει κακό τέλος όπως στο μικρό βοσκό…»

Αλλά από πού ξεκίνησε αυτό το έθιμο της Πρωταπριλιάς και τι έπαθε ο μικρός βοσκός με τα ψέμματα του; Τι είναι το Poisson d’ Avril (ψάρι του Απρίλη) κατά τους Γάλλους;

Το πρωταπριλιάτικο ψέμα ξεκίνησε αρχικά από την Γαλλία, στην οποία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η πρώτη του Απρίλη είχε καθιερωθεί ως πρωτοχρονιά. Έτσι ενώ όλη η άλλη Ευρώπη την πρωτοχρονιά την γιόρταζε την 1 Ιανουαρίου, οι Γάλλοι, ήταν οι μοναδικοί που ξεχώριζαν, και την γιόρταζαν την 1 Απρίλη. Όταν το 1564 ο βασιλιάς Κάρολος θ’ αποφάσιζε να το αλλάξει, καθιερώνοντας ως πρώτη του έτους την 1 Ιανουαρίου, συνάντησε έντονες αντιδράσεις από ορισμένους ένθερμους οπαδούς του εθίμου, οι οποίοι επέμεναν σε πείσμα όλων των άλλων να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την Πρωταπριλιά. Οι άλλοι που δέχτηκαν την αλλαγή πείραζαν τους «παραδοσιακούς» με κάλπικα πρωτοχρονιάτικα δώρα και πιπεράτα ψέματα.

Άλλη εκδοχή είναι η εξής: Οι Γάλλοι ονόμαζαν το πρωταπριλιάτικο ψέμα «ψάρι του Απρίλη» και η εξήγηση είναι, ότι οι Κέλτες λόγω του καλού καιρού άρχιζαν το ψάρεμα την πρώτη Απριλίου. Όμως συχνά η φτωχή ψαριά διέψευδε τις ικανότητες τους, και οι ψαράδες γύριζαν στα σπίτια τους μ’ άδεια τα χέρια, αλλά με την φαντασία να οργιάζει και να διηγούνται πολλά ψεύτικα συμβάντα κατά τις ημέρες που ψάρευαν.

Για κάποιους πάλι, οι πρωταπριλιάτικες φάρσες οφείλουν την ύπαρξή τους στη γιορτή της «Kοροϊδίας και του Ξεγελάσματος» της ρωμαϊκής Θεάς «Bένους Aπρίλις», δηλαδή της Aπριλίου Aφροδίτης, που έδινε το έναυσμα για απελευθέρωση του πνεύματος ταυτόχρονα με την οργιώδη απελευθέρωση της φύσης…

Στην Ελλάδα διαφοροποιήθηκε το έθιμο και πήρε την γνωστή ελληνική χροιά . Η βασική ιδέα βέβαια παρέμεινε ίδια. Λέμε αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουμε το «θύμα» μας. Σε κάποιες περιοχές της πατρίδας μας, θεωρούν ότι όποιος καταφέρει να ξεγελάσει τον άλλο, θα έχει την τύχη με το μέρος του όλη την υπόλοιπη χρονιά. Σε κάποιες άλλες πιστεύουν ότι ο «θύτης» θα έχει καλή σοδειά στις καλλιέργειες του. Όσο για το «θύμα», πιστεύεται ότι, σε αντίθεση με τον «θύτη», θα έχει γρουσουζιά τον υπόλοιπο χρόνο και πιθανότατα αν είναι παντρεμένος θα χηρέψει γρήγορα.

Στη Θράκη το βρόχινο νερό της Πρωταπριλιάς θεωρείται θεραπευτικό και γι’ αυτό το μαζεύουν σε μπουκάλι και πίνει απ’ αυτό ο άρρωστος.

Στην Κομοτηνή, την παλιά Γκιουμουλτζίνα, λέγανε πως την πρωταπριλιά το είχαν σε καλό να γελούν, «για να γίνουν τα κουκούλια τους», όταν, βέβαια, είχαν σηροτροφία (εκτροφή μεταξοσκωλήκων).

Στην Τζαντώ της Ανατολικής Θράκης, είχανε, λέει, σε καλό να γελάσουν τον άλλον, για να κάνουν τα δέντρα καρπό. Μα κείνος που ξεγελιόταν το είχε σε κακό όλο το χρόνο θα ήτανε γελασμένος, κι αν ήταν παντρεμένος, θα χήρευε.


Ο Ψεύτης Βοσκός

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός βοσκός. Κάθε μέρα, έπαιρνε το κοπάδι με τα πρόβατα του και ανέβαινε στο λόφο έξω από το χωριό για τα βοσκήσει στα πράσινα λιβάδια. Στον ίδιο λόφο πήγαιναν κι άλλοι βοσκοί από το χωριό με τα πρόβατά τους, που ήταν πιο μεγάλοι και έμπειροι από το μικρό βοσκό.

«Πρέπει να προσέχεις τα πρόβατα σου», του έλεγαν οι μεγαλύτεροι βοσκοί. «Να κάθεσαι άγρυπνος και να τα φυλάς κάθε στιγμή, γιατί από το βουνό κατεβαίνουν λύκοι και τρώνε τα αφύλακτα κοπάδια». «Αν δεις κάποιο λύκο να πλησιάζει, θα τρέξεις και θα φωνάξεις με όλη τη δύναμη της φωνής σου: «Λύκος, λύκος!» και τότε εμείς, που είμαστε κοντά, θα έρθουμε να τον κυνηγήσουμε και να τον διώξουμε μακριά».

Ο μικρός βοσκός δεν έδινε σημασία στα λόγια των μεγαλύτερων. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο και έπαιζε την φλογέρα του και όταν βαριόταν πήγαινε έψαχνε στα δέντρα και έκλεβε τα αυγά από τις φωλιές των πουλιών. Οι άλλοι βοσκοί τον μάλωναν όταν τον έβλεπαν και του έλεγαν πως δεν πρέπει να κλέβει τα αυγά των πουλιών, γιατί από αυτά τα αυγά γεννιούνται μικρά πουλάκια που ομορφαίνουν τη φύση με τα χρώματα και τα κελαηδίσματα τους. Ο μικρός βοσκός όμως δεν έβαζε μυαλό. Αντί να φυλάει το κοπάδι του, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι μεγαλύτεροι βοσκοί που ήταν πιο γνωστικοί, κοιτούσε μόνο πώς να περάσει την ώρα του, μέχρι να δύσει ο ήλιος και να γυρίσει πάλι στο χωριό.

Μία μέρα, μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους άλλους βοσκούς. Ανέβηκε σε ένα βράχο πάνω στο λόφο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια συγχωριανοί! Βοήθεια!». Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν στο λόφο να βοηθήσουν το νεαρό βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους. Οι άλλοι βοσκοί έφυγαν θυμωμένοι με το αστείο του και τον προειδοποίησαν ότι δεν είναι σωστό να τους τρομάζει λέγοντας ψέματα.

Ο νεαρός βοσκός δεν έδωσε σημασία και δύο μέρες μετά, άρχισε πάλι τα ίδια καμώματα. «Λύκος! Λύκος!» φώναζε. «Τρέξτε συγχωριανοί, βοήθεια!». Πάλι οι συγχωριανοί έτρεξαν πάνω στο λόφο να σώσουν τον μικρό βοσκό και το κοπάδι του από τους λύκους και πάλι έφυγαν θυμωμένοι με τον νεαρό βοσκό για το ψέμα του και την αγωνία που τους προκάλεσε. Ο νεαρός βοσκός επανέλαβε την φάρσα του και μία τρίτη φορά και πάλι οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν στον λόφο να τον βοηθήσουν. Εκείνος κάθε φορά ξεκαρδιζόταν στο γέλιο και εκείνοι έφευγαν νευριασμένοι που τους τρόμαζε με τα ψέματα του.

Να όμως που μια μέρα, μια μεγάλη αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησε στο κοπάδι του νεαρού βοσκού και άρχισε να τρώει τα πρόβατα του. Κατατρομαγμένος ο βοσκός πήδηξε πάνω στο βράχο και άρχισε να φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια! Τρέξτε! Οι λύκοι τρώνε τα πρόβατα μου! Βοηθήστε με συγχωριανοί! Σας λέω αλήθεια! Βοήθεια! Τρέξτε! Είναι αλήθεια!». Κανείς όμως δεν πήγε για τον βοηθήσει, αφού όλοι νόμιζαν ότι ήταν πάλι μία από τις φάρσες του και ότι ήθελε πάλι να τους κάνει να τρέξουν πάνω στο λόφο για να γελάσει μαζί τους.

Εκείνη τη φορά η μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι, που ανενόχλητοι έφαγαν όλα τα πρόβατα του νεαρού βοσκού. Ο μικρός βοσκός γύρισε στο χωριό τρομαγμένος και ταπεινωμένος.

 

Comments are closed.

© Copyright 2019 – Alle Rechte vorbehalten | bavariagr.de