Από την Ψυχανάλυση στην Ατομική και την Αναλυτική Ψυχολογία: Freud, Adler κ’ Jung

i) Ο Sigmund Freud και η στροφή στη σεξουαλικότητα

Ο Sigmund Freud, ευρέως γνωστός, θεωρείται ένας από τους πλέον βαθυστόχαστους στοχαστές του 20ού αιώνα, έχοντας εισαγάγει στο λεξιλόγιό μας έννοιες όπως το ασυνείδητο, την απώθηση και την παιδική σεξουαλικότητα.

Οι επιστημονικές θεωρίες και οι τεχνικές θεραπείας που ανέπτυξε θεωρήθηκαν ιδιαίτερα καινοτόμες και αποτέλεσαν αντικείμενα έντονης αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα, εγείροντας μέχρι σήμερα αντιπαραθέσεις και προβληματισμό. Η επίδραση του Freud υπερέβη το χώρο της Ψυχολογίας αγγίζοντας την Ανθρωπολογία, την Κοινωνιολογία, τη Φιλοσοφία, αλλά και την Τέχνη.

Nα σημειωθεί ότι η χαρακτηριστική μέθοδος της φροϋδικής Ψυχανάλυσης είναι η ακόλουθη: μελετά το παθολογικό για να βρει τον τρόπο που συγκροτείται αυτό που θεωρούμε «φυσιολογικό». Εξετάζοντας αρχικά τις σεξουαλικές διαστροφές, ο Freud τις διαιρεί σε κατηγορίες ανάλογα με την εσφαλμένη επιλογή του αντικειμένου, όπου περιλαμβάνεται η ομοφυλοφιλία, η παιδοφιλία και η ζωοφιλία, καθώς και ως προς την εσφαλμένη επιλογή στόχου, στην οποία εντάσσεται ο φετιχισμός, η ηδονοβλεψία και ο σαδομαζοχισμός.

Βασισμένος σε περιπτώσεις ασθενών του, ο Αυστριακός Ψυχίατρος παρατηρεί ότι τουλάχιστον η πλειοψηφία των νευρωτικών είχε προβλήματα με τη σεξουαλικότητα παρόμοια με εκείνα των αποκαλούμενων «διεστραμμένων», ενώ οι σεξουαλικά υγιείς άνθρωποι συχνά παρουσίαζαν ομοιότητες με τις δύο προηγούμενες ομάδες.

Αυτό καθιστά δύσκολο τον αυστηρό διαχωρισμό του φυσιολογικού από το παθολογικό στη σεξουαλικότητα. Για τον Freud, αυτό που ξεχωρίζει τους διεστραμμένους δεν είναι το αντικείμενο ή ο στόχος της σεξουαλικότητάς τους, αλλά η καθήλωση σε αυτόν. Κατά συνέπεια, το μοντέλο που καθορίζει το σεξουαλικό ένστικτο σύμφωνα με την πείνα, δηλαδή ως ένα ένστικτο με εξαρχής καθορισμένο αντικείμενο και στόχο, είναι εσφαλμένο. Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι στη φύση της ακανόνιστη και διεστραμμένη.

Αυτό φαίνεται ήδη από τα πρώτα έτη της ζωής, όταν το άτομο είναι ακόμη παιδί αι νιώθει σεξουαλική ικανοποίηση θηλάζοντας, κάτι που προσπαθεί να επαναλάβει αργότερα με το πιπίλισμα. Πρόκειται για το πρώτο στάδιο της σεξουαλικότητας, το οποίο ο Freud ονομάζει «στοματικό». Αμέσως επόμενο στάδιο είναι το «πρωκτικό», κατά το οποίο το παιδί αντλεί απόλαυση με τη διαδικασία της αφόδευσης, για να καταλήξει πολύ αργότερα στο «φαλλικό», όπου η σεξουαλική ενέργεια (“libido”) προσανατολίζεται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και διαθέτει καθορισμένο αντικείμενο.

Σε καθένα από αυτά τα τρία στάδια (στοματικό, πρωκτικό, φαλλικό) υπάρχει ο κίνδυνος να καθήλωσης. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο ενδέχεται να αποκτήσει τάσεις παλινδρόμησης σε κάποιο από τα προηγούμενα στάδια της ανάπτυξής του. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο ενδέχεται είτε να εκτραπεί προς αυτή την τάση του και να γίνει σεξουαλικά διεστραμμένο, είτε να την απωθήσει και να καταλήξει νευρωτικό.

Σύμφωνα με τον Freud, νεύρωση και διαστροφή είναι στενά συνδεδεμένες, αφού η πρώτη είναι η αρνητική έκφραση της δεύτερης. Επίσης, και οι δύο είναι ενδείξεις αδυναμίας ορισμένων ανθρώπων να εξισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της libido και σε εκείνες της πολιτισμένης κοινωνίας.

ii) Η τριμερής διαίρεση του ψυχισμού και η κατάβαση στο ασυνείδητο

Στο δοκίμιο που τιτλοφορείται Το Εγώ και το Αυτό (Das Ich und das Es, 1923 μ.Χ.), διατυπώνεται για πρώτη φορά από το Freud η ριζοσπαστική αρχή της Ψυχανάλυσης ότι ο ψυχικός μας κόσμος διαθέτει όχι μόνο τη συνείδηση αλλά και ένα τμήμα μη συνειδητό. Ο άνθρωπος δεν ελέγχει πλήρως ούτε τον ίδιο του τον ψυχισμό.

Το ασυνείδητο είναι ένα λανθάνων συνειδητό και οι παραστάσεις του υπέστησαν «απώθηση» από το μηχανισμό της αντίστασης. Ωστόσο, οι μη συνειδητές παραστάσεις είναι δύο ειδών: του ασυνειδήτου, που αδυνατεί από μόνο του να γίνει συνειδητό και του προσυνειδητού. Κάνοντας μία ακόμη διάκριση, ο Freud ονομάζει «Εγώ» το συνεκτικό πυρήνα που αντιπροσωπεύει τη λογική και προκαλεί τις απωθήσεις, ενώ αποκαλεί «Αυτό» το σκοτεινό τμήμα του ψυχισμού που αντιπροσωπεύει τα πάθη.

Το Αυτό λειτουργεί από την αρχή της ηδονής, σε αντίθεση με το Εγώ που λειτουργεί με την αρχή της πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα βέβαια, τα όρια ανάμεσα στο Εγώ και το Αυτό είναι αρκετά ασαφή, αφού αυτά τα δύο τμήματα επικοινωνούν μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Freud, το Αυτό δεν είναι παρά ένα τμήμα του Εγώ που έχει παραλλαχθεί ύστερα από την επίδραση του εξωτερικού κόσμου.

Το Εγώ προσπαθεί να χαλιναγωγήσει το Αυτό, αλλά ουσιαστικά δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εκλογικεύει τις δικές του άλογες επιθυμίες. Σε αυτό το σημείο, ο Αυστριακός Ψυχίατρος προβαίνει σε μια επιπλέον διαίρεση του ψυχισμού μας: εκτός από το Εγώ και το Αυτό, υπάρχει και άλλο ένα τμήμα, το «Υπερεγώ».

Πρόκειται για ένα τμήμα του Εγώ, το οποίο έχει αυτονομηθεί από αυτό, είναι αυτό που επιβάλλει το Εγώ ιδεώδες. Σε αυτό ακριβώς οφείλει τη γέννησή του η οργανωμένη κοινωνία και ο πολιτισμός. Το Υπερεγώ προέκυψε από το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», την ερωτική διάθεση του παιδιού για το γονέα του αντίθετου φύλου και ακολούθως, τη σταδιακή ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου, από τον οποίο αισθάνεται ότι απειλείται.

Τα αποτελέσματα αυτής της πρώιμης σεξουαλικής ανάπτυξης δημιουργούν στο παιδί τις πρώτες προτροπές και αποτροπές, δηλαδή τόσο τα στοιχεία που πρέπει να μιμηθεί στο γονέα όσο και τα προνόμιά του, που πρέπει το παιδί να απωθήσει από μέσα του.

Αυτά ακριβώς συνθέτουν την ηθική συνείδηση (Υπερεγώ). Ουσιαστικά το Υπερεγώ είναι η δικαιολόγηση των άλογων επιθυμιών του Αυτό μέσω του λογικού Εγώ, το οποίο τις εξυψώνει σε ό,τι σπουδαιότερο μπορεί ο άνθρωπος να κάνει μέσα στον πολιτισμό: κοινωνία, ηθική, θρησκεία. Ο Freud διευκρινίζει ότι η θρησκεία και ηθική, που αρχικά μέσα στην ιστορία ταυτίζονταν, προήλθαν από την υπερνίκηση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, ενώ τα κοινωνικά συναισθήματα προέκυψαν από την ανάγκη να εκλείψει ο ανταγωνισμός και το μίσος ανάμεσα στα μέλη της νεότερης γενιάς. Όλα αυτά κληροδοτήθηκαν φυλογενετικά στους απογόνους και κάθε άνθρωπος ατομικά τα διανύει κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Συνεχίζοντας, υποστηρίζει ότι μέσα στο Αυτό υπάρχουν δύο ισχυρές αλλά και αντίθετες ορμές: η ορμή του έρωτα (libido) και η ορμή του θανάτου. Η πρώτη δημιουργεί και συνθέτει τη ζωή, ενώ δεύτερη την καταστρέφει. Στην πραγματικότητα, οι δύο ορμές αλληλεξαρτώνται, καθώς η μια προξενεί την άλλη, ενώ η ίδια η ζωή είναι αγώνας για το συμβιβασμό ανάμεσά τους.

Επιπλέον, αυτές οι δύο ορμές διαρκώς αναμειγνύονται και απομειγνύονται: χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η μετατροπή της αγάπης σε μίσος και αντιστρόφως. Το Εγώ βοηθά την ορμή του θανάτου, αλλά για να μην καταστραφεί το ίδιο, γεμίζει με ερωτική ορμή, οπότε επιδιώκει να ζήσει και να αγαπηθεί.

Απειλείται όμως από τρεις ισχυρούς κινδύνους: τον εξωτερικό κόσμο, τις έντονες λιμπιντικές επιθυμίες του Αυτό και την ηθική σκληρότητα του Υπερεγώ. Γι’ αυτό το λόγο το Εγώ αναπτύσσει αντανακλαστικά φυγής, τα οποία μετεξελίσσονται αργότερα στις λεγόμενες «προστατευτικές επενδύσεις». Πρόκειται για τις φοβίες.

Σύμφωνα με το Freud, τόσο ο φόβος του θανάτου όσο και η ενοχή αποτελούν εκλεπτυσμένες μορφές του παιδικού άγχους ευνουχισμού που βιώνεται στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, με τη διαφορά ότι τη θέση του γονέα που απειλεί να τιμωρήσει, την έχει αναλάβει το Υπερεγώ. Όσο για το Αυτό, βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη της ορμής της ζωής με την ορμή του θανάτου.

iii) Η γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού και ο σκοπός του

Ωστόσο, η έρευνα του Freud υπερέβη τα όρια της επιστήμης και αναζήτησε απαντήσεις σχετικά με την έναρξη των κοινωνιών και τα θεμέλια της ανθρώπινης ζωής και συνύπαρξης. Συγκεκριμένα, στο γνωστό βιβλίο του Τοτέμ και Ταμπού (Totem und Tabu, 1913), ο Freud θα υποστηρίξει ότι η Θρησκεία, η Ηθική και η οργανωμένη κοινωνία έχουν και οι τρεις την καταγωγή τους σε ένα διαπεπραγμένο έγκλημα του μακρινού παρελθόντος του ανθρώπου.

Στη συνενοχή σε αυτό στηρίζεται η κοινωνία, στη μεταμέλεια η θρησκευτική πίστη και στην εξιλέωση από την ενοχή η ηθική. Αρχικά, στην πραγματεία παρατίθενται πλήθος ανθρωπολογικών πληροφοριών για τη ζωή των πρωτόγονων λαών στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού.

Από αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι κάθε πρωτόγονη κοινωνία διαθέτει τις απαγορεύσεις της: την απαγόρευση βρώσης ενός συγκεκριμένου ιερού ζώου (“Τotem”) και την απαγόρευση της αιμομιξίας μέσω σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων με κοινό ιερό ζώο. Αυτές οι δύο απαγορεύσεις ονομάζονται “Tabu” και σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο Freud, αποτελούν θεμέλια κάθε πρωτόγονης κοινωνίας.

Με βάση τη μέθοδο της Ψυχανάλυσης, ο Freud παραλληλίζει τα Τabu των πρωτόγονων λαών με τις ψυχαναγκαστικές νευρώσεις. Όπως αυτές οφείλονται, κατά τον συγγραφέα, στην σύγκρουση μεταξύ απωθημένων σεξουαλικών επιθυμιών και της απαγόρευσής τους, έτσι και τα Τabu οφείλονται σε κοινωνικές απαγορεύσεις στραμμένες εναντίον συμπεριφορών προς τις οποίες υπάρχει τάση.

Και στις δύο περιπτώσεις δεν υφίσταται επίγνωση της καταπιεσμένης επιθυμίας. Η ιδεοληψία των νευρωτικών, σύμφωνα με την ψυχανάλυση, συνίσταται σε μία αμφιθυμία τους απέναντι στον απαγορευμένο πόθο. Ο Freud χρησιμοποιεί παραδείγματα Τabu από το Χρυσό κλώνο του κοινωνικού ανθρωπολόγου James Fraser. Έτσι, αποδίδει τα Τabu αποδίδονται σε μια αμφίθυμη στάση απέναντι στο νεκρό: τα τρυφερά συναισθήματα συνδυάζονται με απωθημένα αισθήματα μίσους.

Ο Freud, έχοντας συνοψίσει τα ανθρωπολογικά και εθνολογικά του ευρύματα σχετικά με τους πρωτόγονους, προχωρά στην ψυχαναλυτική ερμηνεία τους, διατυπώνοντας μια θεωρία. Η ιστορία του είναι η εξής: ένας βίαιος και ζηλότυπος πατέρας διώχνει από την οικογένεια τους γιους του μόλις αυτοί μεγαλώνουν.

Στόχος του είναι η αποκλειστική κατοχή και εκμετάλλευση των θηλυκών. Εκείνοι νιώθουν αμφίθυμα συναισθήματα για τον πατέρα: από τη μια τον θεωρούν ανταγωνιστή τους, οπότε τον φοβούνται και τον μισούν, συγχρόνως όμως τον αγαπούν και τον θαυμάζουν σαν ένα ισχυρό πρότυπο. Τελικά συσπειρώνονται και μια μέρα τον σκοτώνουν και τον καταβροχθίζουν, δίνοντας έτσι τέλος στην πατρική ορδή.

Εξαιτίας όμως των αμφίθυμων συναισθημάτων τους, νιώθουν μεταμέλεια για το έγκλημά τους και κάνουν υπακοή εκ των υστέρων, αποκηρύσσουν την πράξη τους ως εσφαλμένη και αρνούνται τα οφέλη της: απαγορεύουν το σκότωμα ενός ζώου που θεωρείται υποκατάστατο του πατέρα (“Totem”) και παραιτούνται από την κατοχή των γυναικών. Επομένως, από αυτό το κοινή ενοχή εκείνων προέκυψαν σε όλους τους πρωτόγονους λαούς δύο θεμελιώδεις απαγορεύσεις (“Tabu”), οι οποίες συμπίπτουν με τις δύο απωθημένες επιθυμίες των γιων.

Ωστόσο, οι γιοι ένιωθαν ικανοποίηση που κατάφεραν να νικήσουν τον πατέρα και για να το θυμούνται, θέσπισαν τη γιορτή του τοτεμικού γεύματος: μια συγκεκριμένη μέρα κατά την οποία όλοι μαζί μπορούσαν να καταβροχθίζουν τελετουργικά το απαγορευμένο totem. Ο Freud δέχεται βέβαια ως προϋπόθεση το γεγονός ότι το ψυχικό γεγονός της ενοχής κληροδοτήθηκε και στις επόμενες γενιές, οπότε και μεταδόθηκε και στις γυναίκες.

Ο Αυστριακός Ψυχίατρος θεωρεί ότι η αρχαία Τραγωδία, αλλά και η Θεία Ευχαριστία αποτελούν αναβιώσεις του τοτεμικού γεύματος, ενώ ο «θεός» δεν είναι παρά μια μεταγενέστερη μορφή υποκατάστατου του πρωτοπατέρα.

Έχοντας διατυπώσει μια ερμηνεία για τη γέννηση του πολιτισμού, ο Freud στη συνέχεια θα υποστηρίξει ότι σκοπός του πολιτισμού είναι η χαλιναγώγηση των ισχυρών επιθετικών μας ορμών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Αυστριακό Ψυχίατρο, οι άνθρωποι αποτελούμαστε από δύο αντίθετες ορμές: εκείνη που αυξάνει και πολλαπλασιάζει τη ζωή (“έρωτας”), αλλά και εκείνη που τείνει στην καταστροφή της ζωής (“θάνατος”).

Αυτές οι δύο δυνάμεις μάχονται διαρκώς η μια τν άλλη και είναι οι ισχυρότερες στον κόσμο. Μερικές φορές μάλιστα, αυτές οι δύο ορμές συναντώνται ακόμη και συγχρόνως: χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο σαδισμός και μαζοχισμός στη σεξουαλικότητα. Η εξέλιξη του πολιτισμού απεικονίζει τον αμφίρροπο αγώνα ανάμεσα στην ορμή της ζωής και την ορμή του θανάτου.

Υπό την επίδραση του πολιτισμού, κάθε είδους πολιτισμού, η επιθετικότητα ενδοβάλλεται και στρέφεται εναντίον του εαυτού, του «Εγώ» μας. Σε αυτή την περίπτωση, το «Υπερεγώ», ένα τμήμα του «Εγώ», του ασκεί την επιθετική ορμή ως ενοχή: πρόκειται για την ηθική συνείδηση. Σύμφωνα με τον Freud, το αίσθημα της ενοχής δημιουργήθηκε από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, που προήλθε από τη θανάτωση ενός πρωτοπατέρα εκ μέρους των γιων του, ενισχύεται δε σε μεγάλο βαθμό από την πολιτισμένη κοινωνία.

Ο Freud βλέπει με πεσιμισμό την κατάσταση και πιστεύει πως ο πολιτισμός δεν έχει κατορθώσει να κατευνάσει οριστικά την ανθρώπινη επιθετικότητα, με αποτέλεσμα να απειλούμαστε με τον κίνδυνο του αφανισμού.

iv) Ο Alfred Adler και το νέο θεμέλιο: η θέληση για κυριαρχία

Οι ανακαλύψεις για το φροϋδικό ασυνείδητο, όχι απλά συγκλόνισαν τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, αλλά προκάλεσαν και εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους υποστηρικτές της, οι οποίοι αποσχίστηκαν από τη φροϋδική «ορθοδοξία». Σημαντικότεροι από αυτούς είναι ο Adler και ο Jung.
Ενώ λοιπόν η φροϋδική θεωρία της libido, ερμηνεύει τις νευρώσεις με βάση τη μελέτη της σεξουαλικότητας, πράγμα για το οποίο άλλωστε ονομάστηκε «πανσεξουαλισμός», η θεωρία του Alfred Adler θα ισχυριστεί ότι κύρια ενόρμηση του ανθρώπου δεν είναι η σεξουαλικότητα αλλά η θέληση για κυριαρχία.

Θεμέλιο της σκέψης του, που ονομάστηκε «Ατομική Ψυχολογία», είναι το συναίσθημα κατωτερότητας και υπεροχής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη θεωρία του, όλοι οι άνθρωποι έχουμε την τάση να κυριαρχούμε πάνω στους άλλους. Από τη στιγμή της γέννησής μας όμως, αισθανόμαστε την αδυναμία μας, αφού ολόκληρη η ζωή μας είναι εξαρτημένη από άλλους.

Αυτό μας δείχνει την αδυναμία μας να κυριαρχήσουμε στους άλλους, κάτι που μας δημιουργεί συναισθήματα κατωτερότητας. Εξαιτίας αυτής της σύγκρουσης των επιθυμιών μας με την πραγματικότητα, κάθε άτομο υιοθετεί, γύρω στο τέταρτο ή πέμπτο έτος της ηλικίας του αυτό που ο Adler αποκαλεί «κατευθυντήρια εικόνα».

Πρόκειται για ένα σχέδιο ζωής, το οποίο καθιστά κάποιον ικανό να υπερνικά τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει στη ζωή του και να εκδηλώνει την αξία της προσωπικότητάς του. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά οι στόχοι του ατόμου για το μέλλον του. Κάθε άτομο διαθέτει κοινωνικά αισθήματα, θα μετατρέπει τον πόθο του για κυριαρχία σε παραγωγικές και ωφέλιμες για την κοινωνία δραστηριότητες, μετριάζοντας με αυτόν τον τρόπο τα αισθήματα κατωτερότητάς του.

Ωστόσο, ισχυρίζεται ο Adler, υπάρχει η περίπτωση να μην καταφέρει το άτομο να εκτονώσει τη λαχτάρα του για κυριαρχία. Σε αυτή την περίπτωση υφίσταται χάσμα ανάμεσα στις ανθρώπινες επιθυμίες και την πραγματικότητα. Το αίσθημα κατωτερότητας μετατρέπεται σε σύμπλεγμα κατωτερότητας.

Αυτό που διαχωρίζει το συμπλεγματικό άτομο από το υγιές είναι ότι το πρώτο έχει αποτύχει να διοχετεύσει την ενέργειά του στην κοινωνικά χρήσιμη πλευρά της ζωής και δεν ωφελεί το σύνολο. Για τον Adler όμως, όλοι οι άνθρωποι μπορούμε να γίνουμε κοινωνικά ωφέλιμα όντα, ακόμη και αν έχουμε σχηματίσει μια λανθασμένη κατευθυντήρια εικόνα κατά τα παιδικά μας χρόνια.

Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να απευθυνθούμε στην Ατομική Ψυχολογία και να διορθώσουμε εκείνη την εσφαλμένη εικόνα που ως παιδιά σχηματίσαμε για τον κόσμο και για τη συμμετοχή μας σε αυτόν. Η Ατομική Ψυχολογία ελάχιστη σημασία δίνει στα ένστικτα και την κληρονομικότητα. Αυτό που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι η αγωγή που δίνεται από την πρώιμη κιόλας παιδική ηλικία.

Επιπλέον, το κάθε άτομο είναι μοναδικό και αποτελεί μια ξεχωριστή ολότητα, όπου τόσο το συνειδητό όσο και το ασυνείδητο τμήμα του ψυχισμού αλληλεξαρτώνται και είναι αδύνατο να νοηθούν χωριστά. Τόσο η συνειδητή καθημερινότητα όσο και η ασυνείδητη κατάσταση των ονείρων του ανθρώπου χαρακτηρίζεται από προσπάθειες για τον ίδιο στόχο: την αυτοπροβολή και την κυριαρχία.

Αυτός είναι για τον Adler ο σκοπός της ίδιας της ζωής: να υπερβαίνουμε διαρκώς τις όποιες προκλήσεις και να διακρινόμαστε ωφελώντας το κοινωνικό σύνολο. Η αποτυχία μας να το κάνουμε δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μεταμφιεσμένη δειλία και προδίδει τη λανθασμένη αγωγή που λάβαμε κατά την παιδική μας ηλικία.

Ο Adler ξεχωρίζει τρεις περιπτώσεις παιδιών που τείνουν να διαμορφώνουν μια εσφαλμένη κατευθυντήρια εικόνα: τα οργανικά ατελή, τα παραμελημένα και τα παραχαϊδεμένα. Και οι τρεις αυτές κατηγορίες παιδιών τείνουν να μην αντιμετωπίζουν σωστά τις τρεις βασικές κατηγορίες προκλήσεων της ζωής: την κοινωνική, την επαγγελματική και την ερωτική.

Ωστόσο, με την κατάλληλη ψυχοθεραπεία είναι δυνατό να διορθωθεί η κατευθυντήρια εικόνα που έχουν σχηματίσει, να αλλάξουν τη ζωή τους, να διακριθούν βοηθώντας το σύνολο και να κατακτήσουν την ευτυχία που συνίσταται στην υπέρβαση των δυσκολιών.

v) Μια απόπειρα συμφιλίωσης: Carl Gustav Jung

Ο τρίτος μεγάλος εκφραστής της Ψυχολογίας του βάθους, υπήρξε ο Jung. Μέσα στο έργο του, ο Jung διατυπώνει τις δύο κύριες θεωρίες των νευρώσεων: πρόκειται για τη φροϋδική, που στηρίζεται στη σεξουαλική επιθυμία (libido) και προσφέρει αιτιοκρατικές ερμηνείες με αιτίου και αποτελέσματος, καθώς και για την αντλεριανή, που στηριγμένη στις ιδέες του Nietzsche ερμηνεύει τελολογικά την ανθρώπινη προσωπικότητα με τη θέληση για δύναμη που εκδηλώνεται διαφορετικά στους ατομικούς στόχους του καθενός μας.

Ο Jung επικρίνει και τις δύο θεωρίες για τις αναγωγικές υπεραπλουστεύσεις στις οποίες στηρίζονται (σεξουαλικότητα, θέληση για δύναμη) και στη συνέχεια διαιρεί σε κατηγορίες του θεμελιωτές τους: ο Freud ανήκει στους «εξωστρεφείς» ανθρώπους, καθώς δίνει την κύρια έμφαση στη σχέση μας με τα αντικείμενα, τον εξωτερικό κόσμο, ενώ ο Adler στους «εσωστρεφείς», επειδή εστιάζει στους εσωτερικούς παράγοντες που χαρακτηρίζουν το εκάστοτε υποκείμενο.

Βασισμένος σε προσωπική του εμπειρία με ασθενείς, ο Jung υποστηρίζει ότι τόσο ο φροϋδική όσο και η αντλεριανή μέθοδος είναι απλές τεχνικές που αποκαλύπτουν μονάχα μια πλευρά του ψυχισμού μας. Αν κανείς βασιστεί απόλυτα σε αυτές όμως, γρήγορα θα συνειδητοποιήσει πως καθεμιά τους είναι μονόπλευρη, επειδή καθεμιά στρέφει την ενέργεια του ασυνειδήτου σε λογικές και κοινωνικά ωφέλιμες επιλογές.

Σύμφωνα με το Jung, η λογική αποτελεί μόνο ένα από τα μέρη του ψυχισμού μας, το οποίο αν υπερτονιστεί σε σχέση με τα υπόλοιπα, οδηγεί τους ανθρώπους σε ανισορροπία και διόγκωση των εξωλογικών τάσεων: χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοια ανορθολογικής αντίδρασης στην ιστορία υπήρξε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Κατά συνέπεια, τόσο η φροϋδική αιτιοκρατία όσο και η αντλεριανή τελολογία πρέπει να εφαρμόζονται ως μέθοδοι από τους Ψυχιάτρους κατά περίπτωση, αφού η σεξουαλικότητα και η θέληση για δύναμη αποτελούν δύο αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις μέσα μας και μόνο μέσα από την εναρμόνισή τους μπορεί να κατακτηθεί η αυτογνωσία και η ψυχική υγεία.

Όσο για τη libido, δεν πρέπει να την περιορίζουμε σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, αλλά να την αφήσουμε ελεύθερη να επιλέξει τους τομείς που θα διοχετευτεί. Στην πορεία του βιβλίου, ο Jung εισάγει την έννοια του «συλλογικού ασυνειδήτου», το οποίο υπάρχει παράλληλα με το προσωπικό ασυνείδητο του καθενός μας και εμπεριέχει ορισμένα «αρχέτυπα» που αποτελούν κοινό κτήμα της ανθρωπότητας.

Όπως εξηγεί, στην πρωτόγονη κατάσταση της τελευταίας, το συλλογικό ασυνείδητο επικρατούσε της συνείδησης και κατά συνέπεια δεν υπήρχε το στοιχείο της ατομικότητας σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση όπου τα πράγματα έχουν αντιστραφεί.

Ωστόσο, όταν οι άνθρωποι υπερβαίνουν τη νεανική ηλικία, τα συλλογικά αρχέτυπα του ασυνειδήτου απειλούν να ελέγξουν την ανθρώπινη συνείδηση μέσω των συλλογικών αρχετύπων του μάγου, του θεού και του δαίμονα κλπ. Αυτά τα αρχέτυπα οι νευρωτικοί είτε τα προβάλλουν στους άλλους είτε ταυτίζονται οι ίδιοι με εκείνα.

Όταν οι άνθρωποι φτάνουν σε αυτή την ηλικία, δεν έχουν τίποτε να τους πουν οι λογικές παραινέσεις των Freud και Adler. Οι άνθρωποι τότε καλούνται να αντιμετωπίσουν μια καινούργια πρόκληση: όχι να εκλογικεύσουν πια το ασυνείδητο αλλά να βρουν ένα διαμεσολαβητικό δρόμο ανάμεσα σε εκείνο και τη συνείδηση. Δεν πρόκειται δηλαδή πια για αφομοίωση του ασυνειδήτου από το συνειδητό αλλά για συμφιλίωσή τους.

Μιλώντας για συμφιλίωση, ο Jung υποστηρίζει πως κάθε άνθρωπος διαθέτει τη «σκιά», ένα μη αναγνωρισμένο τμήμα του, το οποίο είναι αντίθετο με την προσωπικότητά του. Είναι όμως απαραίτητο να συμφιλιωθεί κάθε άνθρωπος με τη «σκιά» του.

Σε αυτό βοηθούν τα όνειρα, αφού απεικονίζουν πάντα μια συγκεκριμένη ψυχική διάθεση, αλλά και εξασφαλίζουν την ισορροπία αντισταθμίζοντας τις συνειδητές αντιλήψεις μας με το ασυνείδητο. Όσο για το συνειδητό τμήμα της προσωπικότητάς μας που είναι κοινωνικά αποδεκτό, ο Ελβετός Ψυχίατρος το ονομάζει «περσόνα» (που στα Λατινικά σημαίνει «μάσκα»).

Πρόκειται για τον εκάστοτε κοινωνικό ρόλο που αναλαμβάνει κάποιος. Αν ταυτιστεί μαζί του, το κάνει σε βάρος της προσωπικότητάς του. Ο Jung, στηριγμένος στις ανατολικές θρησκείες, εισάγει στην Ψυχολογία δύο ακόμη έννοιες: την «άνιμους» και την «άνιμα».

Η πρώτη είναι το αρσενικό μέρος που υπάρχει μέσα σε κάθε γυναίκα, ενώ η δεύτερη το θηλυκό σε κάθε άνδρα. Η λύση που προτείνει ο ίδιος ο Jung είναι η «εξατομίκευση»: ως ανθρώπινο είδος, περάσαμε από τον πρωτόγονη ασυνειδησία στη συνειδητότητα.

Είναι καιρός να υπερβούμε και αυτή προς μιαν ανώτερη κατάσταση και μονάχα η βαθύτερη γνωριμία με τις κρυφές και σκοτεινές πλευρές μέσα μας θα μας οδηγήσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο συνειδητότητας. Όταν ο άνδρας γνωρίσει και αποδεχτεί το θηλυκό στοιχείο μέσα του και η γυναίκα τις αρσενικές της πλευρές, μόνο τότε θα κατορθώσουν να μην ταυτίζονται με την περσόνα τους και να εξισορροπήσουν το συνειδητό με το ασυνείδητο.

Είναι μάλιστα ολέθρια για το σύγχρονο πολιτισμό η κατάργηση των τελετών ενηλικίωσης που υπήρχαν από τα πανάρχαια χρόνια. Εξαιτίας αυτής οι σύγχρονοι άνδρες παραμένουν εγκλωβισμένοι στη μητρική προστασία, την οποία αργότερα αποζητούν από την ερωτική τους σύντροφο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει όμως και με τις γυναίκες που τείνουν να αναζητούν παντού τα χαρακτηριστικά του πατέρα τους.

Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά; Οι άνθρωποι πρέπει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια να κυριαρχήσουμε πάνω στο ασυνείδητο με τη λογική. Είναι καιρός να αποδεχτούμε και να συμφιλιώσουμε αυτές τις δύο πλευρές του εαυτού μας. Μόνο τότε θα οδηγηθούμε ίσως στην αυτογνωσία και κατά συνέπεια στην αυτοπραγμάτωση.

Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός ότι το ασυνείδητο, αυτή η πρόσφατα ανακαλυφθείσα περιοχή, διαθέτει τρομακτικές και άγνωστες σε μας δυνάμεις, η κατανόηση των οποίων είναι απαραίτητη αν θέλουμε να γνωρίσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.

Η υπέρβαση του ορθολογισμού από τις σκέψεις που διατύπωσε ο Jung, είχε ως επακόλουθο να χαρακτηριστεί από κάποιους ως «μάγος», αλλά και να επηρεάσει τις σύγχρονες μορφές New Age θρησκευτικότητας και εσωτερισμού. Μάλιστα, ο Jung δε δίστασε να μελετήσει μέχρι και τα φαινόμενα του Πνευματισμού, από το οποίο διαπίστωσε ότι το φαινόμενο του αποκρυφισμού δεν είναι παρά απόδειξη πως η ανθρώπινη πίστη στην αθανασία της ψυχής εξακολουθεί να επιβιώνει ακόμη και στην υλιστική εποχή που ζούμε.

Είναι γεγονός ότι τόσο οι πρωτόγονοι όσο και οι πολιτισμένοι άνθρωποι του 20ού αιώνα έχουν την ίδια ανάγκη βαθιά μέσα τους να πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να μην την απορρίπτουμε βιαστικά, εφόσον έχει αποδειχτεί βασικό συστατικό στοιχείο του ψυχισμού μας από τα πανάρχαια χρόνια έως σήμερα. Οι ίδιες οι ιδέες μας άλλωστε δεν είναι απλά κατασκευάσματα του νου αλλά προέρχονται από το συναισθηματικό μας κόσμο.

Σύμφωνα με τον Jung, τα πνευματιστικά φαινόμενα βασίζονται σε ένα «αρχέτυπο», δηλαδή μια κληρονομημένη παράσταση από εμπειρίες των περασμένων γενεών. Αυτό το αρχέτυπο βρίσκεται στο μέρος του ασυνείδητου ψυχισμού μας που ονομάζεται «συλλογικό ασυνείδητο». Αυτό το τμήμα μας δημιουργεί της θρησκείες, οι οποίες ουσιαστικά δεν είναι παρά συστήματα προετοιμασίας για το θάνατο της ατομικής συνείδησης.

Ο Πνευματισμός, πέρα από τις επιστημονικές του αξιώσεις, δεν παύει να είναι και μια θρησκευτική πίστη σαν τις άλλες: τρέφει τις πανάρχαιες προκαταλήψεις των ανθρώπων που δεν έχουν λογικά ερείσματα, ωστόσο επιβιώνουν ακριβώς επειδή είναι τόσο αναγκαία. Όλες αυτές οι προκαταλήψεις αποδεικνύουν ότι η ψυχή μας είναι ένα διαιρετό σύνολο, του οποίου το ασυνείδητο μέρος προσωποποιείται και δημιουργεί την πίστη στα πνεύματα, που τόσο συχνά συναντάμε στις κοσμοθεωρίες των προγόνων μας, αν και σήμερα τείνουμε να μην την αποδεχόμαστε καθολικά.

Ο Jung εξηγεί αυτό το φαινόμενο με τη θεωρία του για τη διαδικασία μεταβολής των πολιτισμών: σε κάθε πολιτισμό επικρατούν ορισμένες ορμές σε βάρος κάποιων άλλων οι οποίες καταπιέζονται. Αυτές οι καταπιεσμένες ορμές σταδιακά ενισχύονται και συσσωρεύονται μέσα στο συλλογικό ασυνείδητο για να γίνουν αργότερα αντιληπτές από κάποια σπάνια άτομα με εξαιρετικά ισχυρή διαίσθηση. Αυτά τα άτομα εκφράζουν με συναισθήματα τις καταπιεσμένες ορμές και «μεταφράζουν» εκείνα τα συναισθήματα σε ιδέες, οδηγώντας τον πολιτισμό που ζουν σε μια αλλαγή κοσμοθεωρίας, δηλαδή αλλαγή προτεραιοτήτων.

To συμπέρασμα που καταθέτει ο Jung έπειτα από χρόνια μελέτης των πνευματιστικών φαινομένων είναι ότι το ιδιαίτερο τμήμα του ψυχισμού μας που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ασυνείδητο» είναι ικανό να προκαλέσει φαινόμενα που υπερβαίνουν τους χωροχρονικούς περιορισμούς του κόσμου μας, χωρίς να το γνωρίζει το συνειδητό. Ο Πνευματισμός δεν είναι παρά μια προσπάθεια να καταστήσουμε το ατομικό μας ασυνείδητο συλλογικό στο επίπεδο της συνείδησης.

Comments are closed.

© Copyright 2019 – Alle Rechte vorbehalten | bavariagr.de