Το ελληνικό σχολείο στη Νυρεμβέργη έχει διανύσει αισίως μια μακρά πορεία άνω του μισού αιώνα. Ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που μέσα από ευχάριστες στιγμές και δυσκολίες διαπαιδαγώγησε και έδωσε κατάλληλα εφόδια σε ελληνόπουλα της Γερμανίας.

Φώτο: Νατάσα Σακλαμπανη

Με αυτό το σύντομο κείμενο κι έχοντας ως βάση ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό βιβλίο της Ελληνικής Κοινότητας (βλ. Ελληνική Κοινότητα Νυρεμβέργης, Οι Έλληνες στη Νυρεμβέργη 1960-2006: Μια βαλίτσα γιομάτη όνειρα, σσ. 73-79) θα επιχειρήσουμε μια επαναφορά των πρώτων σταθμών της διαδρομής αυτής στη συλλογική μνήμη της ελληνικής ομογένειας στη Νυρεμβέργη.

Το 1960 υπογράφεται η ελληνο-γερμανική συνθήκη για την αποστολή ελληνικού εργατικού προσωπικού στη Γερμανία. Για τη Γερμανία μια τέτοια ανάγκη ήταν άμεση, καθώς την εποχή εκείνη γνώριζε ραγδαία οικονομική ανάπτυξη. Το εργατικό δυναμικό λόγω της μεγάλης ανθρώπινης καταστροφής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έλειπε.

Έτσι, επιτυγχάνεται ο στόχος της φιλοξενίας και υποδοχής των νέων εργατικών χεριών, των επονομαζόμενων Gastarbeiter. Όπως ωραία όμως διαπιστώνει ο λογοτέχνης Max Ernst «Καλέσαμε εργατικά χέρια και ήρθαν άνθρωποι» οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο από τότε σε όλους τους τομείς της μητρόπολης της Φραγκονίας.

Το πρωταρχικό ζήτημα για τους Έλληνες γονείς ήταν το ακόλουθο: «Ποιο είδος σχολείου και ποια γλώσσα διδασκαλίας είναι η καταλληλότερη».

Οι λύσεις ήταν: Η φοίτηση σε γερμανικό σχολείο και η παραμονή στη Γερμανία ή η ίδρυση ενός ελληνικού σχολείου που βάδιζε παράλληλα με τον διακαή πόθος του σύντομου επαναπατρισμού.
Στην αρχή τα παιδιά διδάσκονται σποραδικά την ελληνική γλώσσα με πρωτοβουλία της Ευαγγελικής Εκκλησίας ή του συλλόγου «Απόστολος Παύλος».

Ταυτόχρονα συγκροτείται κι ένα ιδιωτικό δημοτικό σχολείο. Λόγω της συνεχούς αυξανόμενης εισροής Ελλήνων μεταναστών στην πόλη, τίθεται επί τάπητος το θέμα της ίδρυσης ενός κανονικού σχολείου που θα μεταλαμπάδευε στα παιδιά τη σύνδεση με τον πολιτισμό και τις αξίες της μάνας πατρίδας.

Οι άλλοι μετανάστες των διάφορων εθνικών ομάδων αναγκαστικά επέλεγαν το γερμανικό σχολείο, αφού δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα για αυτούς.

Στο σχολείο Frauentorgraben δόθηκε η αίθουσα που θα γίνονταν συστηματικά τα πρώτα μαθήματα. Οι 88 μαθητές που αποτελούσαν το σχολείο χωρίζονταν σε δύο βάρδιες (το πρωί οι μικροί μαθητές και το βράδυ οι μεγάλοι). Οι γλώσσες διδασκαλίας είναι η ελληνική και γερμανική.

Ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικότατα στην επίσημη ίδρυση του πρώτου ελληνικού σχολείου στη Βαυαρία ήταν ο φιλέλληνας επιχειρηματίας και Επίτιμος Πρόξενος Dr. Gustav Schickedanz. Ο ίδιος πίστευε ότι για να προσαρμοστούν κατάλληλα και ομαλά αυτά τα παιδιά που εγκατέλειψαν τον τόπο καταγωγής τους έπρεπε να φροντίσουν άμεσα οι αρμόδιες αρχές ώστε να νιώθουν το ίδιο οικεία σαν να ήταν στην πατρίδα τους.

Στις 28.01.1966 ιδρύεται το «Ιδιωτικό Δημοτικό Σχολείο Νυρεμβέργης του Βασιλείου της Ελλάδος». Φορέας του σχολείου, όπως καταδεικνύεται από το όνομα, είναι το Βασίλειο της Ελλάδας.

Διευθυντής ορίζεται ο Ιωάννης Κωστούλας και πρώτη δασκάλα η Χρυσούλα Κοντοαγγέλου. Στο πρώτο σχολικό έτος την περίοδο 1966-1967 η σχολική μονάδα λειτουργεί με δύο τμήματα και σύνολο 145 μαθητές. Κάθε τάξη έχει δηλαδή 72,5 μαθητές κατά μέσο όρο (!).

Το σχολείο αρχίζει τη λειτουργία του στις 9 Φεβρουαρίου το 1966. Ως ιδιωτικό σχολείο δεν επιτρέπεται να υστερεί των δημοσίων στους στόχους μάθησης.

Το 1969 το Προξενείο Νυρεμβέργης υποβάλλει αίτηση κρατικής επιχορήγησης. Η αίτηση εγκρίνεται τον ίδιο χρόνο από το γερμανικό κράτος. Σε αυτό το σχολικό έτος φοιτούσαν 283 μαθητές σε τέσσερα τμήματα και δίδασκε ένας εκπαιδευτικός σε κάθε τμήμα.

Η διδακτέα ύλη είναι η ίδια με της Ελλάδας. Τα παιδιά βέβαια διδάσκονται και γερμανικά και το σχολείο ,έτσι, γίνεται σταδιακά κατά κάποιο τρόπο δίγλωσσο. Ιδιαίτερη βαρύτητα όμως δίνεται στην ελληνόγλωσση παιδεία.

Γράφει ο Γιάννης Παππάς
Φωτογραφίες μέσα στο άρθρο: 1ο Δημοτικό Σχολείο Νυρεμβέργης
Φωτογραφία εξωφύλλου: Νατάσα Σακλαμπάνη (Από το βιβλίο της Ελληνικής Κοινότητας Νυρεμβέργης “Οι Έλληνες της Νυρεμβέργης 1960-2006)

Comments are closed.